Του Ευάγγελου Λώτη, 

Στον κύκλο των ιστορικών επικρατεί η άποψη ότι ο 19ος αι. ανήκει στην Μ. Βρετανία, λόγω της γρήγορης εκβιομηχάνισης της, της επικράτησης της στον τομέα των αποικιών και στην διατήρηση των θαλάσσιων δρόμων, της εσωτερικής της πολιτικής και των οικονομικών δυνατοτήτων της. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επισκιάζεται η γερμανική ανάπτυξη στα τελευταία 30 χρόνια του 19ου αιώνα, κάτι που άλλαξε τα δεδομένα σε ευρωπαϊκό, κατά κύριο λόγο, αλλά και παγκόσμιο επίπεδο. Παρότι δηλαδή η Μ. Βρετάνια είχε τα ηνία καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αι., στο τέλος αυτού, η χώρα που μπήκε στον 20ο αι. ως η πιο ισχυρή δύναμη, ανατρέποντας την «πρωτοκαθεδρία» της, ήταν η Γερμανία. Στις 18 Ιανουαρίου 1871, στην αίθουσα των Κατόπτρων των Βερσαλλιών ανακηρύχθηκε η ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, με όλα τα γερμανικά κράτη, πλην της Αυστρίας, που δεν είχαν απορροφηθεί από την Πρωσία τα προηγούμενα χρόνια να διακηρύττουν την υποταγή τους στον Ουλιέλμο Ά, στο εξής αυτοκράτορα ή κάιζερ. Το αξιόλογο στην περίπτωση της Γερμανίας είναι το γεγονός ότι, με την ανάθεση των σκήπτρων στον πρωθυπουργό της Πρωσίας Bismarck και έχοντας ως οργανωτική βάση αυτή της Πρωσίας, κατάφερε μέσα σε λιγότερο από 30 χρόνια να αναδειχθεί στην πιο σταθερή και ανεπτυγμένη δύναμη, τόσο οικονομικά όσο βιομηχανικά και στρατιωτικά.

Μέσω της ενοποίησης των γερμανικών κρατών καταργήθηκαν και οι τελευταίοι φραγμοί του εσωτερικού εμπορίου και επιβλήθηκε ενιαίο τραπεζικό και νομισματικό σύστημα. Αυτό επέτρεψε την επιτάχυνση της βιομηχανικής εξέλιξης των προηγούμενων χρόνων, μεταξύ 1860-1871. Πολύ σημαντική αποδείχθηκε η νίκη επί των Γάλλων στον πόλεμο του 1870-1871, καθώς συνετέλεσε στην αύξηση των επενδύσεων λόγω της αύξησης κεφαλαίων μετά την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων από τη Γαλλία. Άλλο ένα πλεονέκτημα της νίκης αυτής ήταν η ενσωμάτωση της Αλσατίας και της Λωραίνης, δύο ανεπτυγμένων βιομηχανικά περιοχών, που με την ένταξη τους στο νεοσύστατο τότε γερμανικό κράτος έδωσαν μεγάλη ώθηση στην παραγωγή και ανάπτυξη των ήδη υπαρχόντων γερμανικών βιομηχανικών μονάδων. Το αποτέλεσμα ήταν η υπεραυξημένη παραγωγή άνθρακα, σιδήρου και χάλυβα.

Αξιοσημείωτο είναι, ειδικά στην περίπτωση της Γερμανία, να αναφερθούν οι δημογραφικοί παράγοντες. Πιο συγκεκριμένα, από το 1840 έως το 1910 ο πληθυσμός της Γερμανίας σχεδόν διπλασιάστηκε, φτάνοντας από τα 35 στα 65 εκ., σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου είχαν αργή δημογραφική ανάπτυξη. Επιπλέον, λόγω της ανάπτυξης των πανεπιστημίων και της διάδοσης της γνώσης πραγματοποιήθηκε στη Γερμανία η λεγόμενη «χημική επανάσταση». Αυτό τους οδήγησε στο να ξεπεράσουν ακόμη και τους Βρετανούς στην παραγωγή αλκαλικού και θειικού οξέος, που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή λιπασμάτων, διύλιση πετρελαίου, σιδηρουργία, χαλυβουργία και υφαντουργία. Η ηλεκτρική ενέργεια αξιοποιήθηκε για βιομηχανική, εμπορική και οικιακή χρήση, κάτι που σήμαινε τη γρήγορη μεταφορά της σε μεγάλες αποστάσεις και τη μετατροπή της σε άλλες μορφές ενέργειας, όπως θερμότητα και φως. Εν συνεχεία, έχοντας πλέον καλύτερη βιομηχανική οργάνωση, επέκτειναν την ηλεκτρική βιομηχανία, αυξάνοντας τη ζήτηση στον βιομηχανικό τομέα με τη χρήση πλέον ηλεκτρικών κινητήρων.

Η επιτυχία όμως της βιομηχανικής ανάπτυξης της Γερμανίας ήταν αποτέλεσμα μίας γενικά μορφωμένης εργατικής δύναμης. Στη Γερμανία η εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική από τον 18ο αι. και ήταν συνδεδεμένη με τα συστήματα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, κάτι που ενθάρρυνε την ανάπτυξη των ικανοτήτων των μαθητών. Συν τοις άλλοις, η ίδρυση ενός δικτύου τεχνικών ιδρυμάτων δημιούργησε στελέχη με επιστημονική βάση και ένα σώμα από υψηλά καταρτισμένους και δημιουργικούς επιστήμονες. Οι συνέπειες αυτού, σε συνδυασμό με την ραγδαία δημογραφική ανάπτυξη και την συνεχόμενη βιομηχανική εξέλιξη που οδηγούσε στην δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ήταν η ύπαρξη άφθονου αποθέματος ανθρώπινου δυναμικού με καλή επιστημονική βάση. Πιο συγκεκριμένα, στη Γερμανία στις αρχές του 20ου αι., μόνο το 28% του πληθυσμού της είχε παραμείνει πιστό στην ενασχόληση με τον αγροτικό τομέα, σε αντιπαράθεση για παράδειγμα με τη Γαλλία, όπου ο πληθυσμός της έμεινε κατά βάση αγροτικός, εφόσον στις αρχές του 20ου αι. το 56% ασχολούνταν ακόμα με αυτόν.

Αξιοσημείωτη ήταν και η εμπορική δραστηριοποίηση της Γερμανίας, η οποία κατάφερε να συναγωνιστεί την υπεροχή της Μ. Βρετανίας. Μέχρι και πριν το 1870, οι Γερμανοί είχαν πάψει να παρέχουν έτοιμη αγορά στις βρετανικές βιομηχανίες, καθώς μπορούσαν και κάλυπταν μόνοι τους τις ανάγκες τους, ενώ επίσης από το 1870 και έπειτα είχαν αρχίσει να εξάγουν ακόμα και σε περιοχές οι αγορές των οποίων θεωρούνταν από τους Βρετανούς μονοπώλιο, όπως για παράδειγμα στην Αυστραλία, στη Ν. Αμερική, στην Κίνα, μέχρι και στην ίδια την Βρετανία. Δεν κατάφερε ποτέ να την ξεπεράσει, καθώς η Μ. Βρετανία αποτελούσε μία κατεξοχήν αποικιακή αυτοκρατορία, μπόρεσε όμως να την πλήξει οικονομικά σε μία περίοδο όπου η αναζήτηση νέων αγορών αποτελούσε desideratum του ευρωπαϊκού, και δη του βρετανικού, ιμπεριαλισμού. Μάλιστα, το λιμάνι του Αμβούργου είχε φτάσει σε σημείο να συναγωνίζεται στα τέλη του αιώνα αυτό του Λονδίνου.

Τα πρωτεία στο τέλος του αιώνα οφείλονταν και σε μια σημαντική σειρά από γεγονότα και δεδομένα που ήταν αποτέλεσμα είτε της σωστής άσκησης εξωτερικής πολιτικής είτε των πολύ καλά οργανωμένων υποδομών με βάση αυτά της Πρωσίας. Η στρατιωτική νίκη του 1870, όπως επίσης και η συνακόλουθη οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας οφείλονταν στον αποτελεσματικό σχεδιασμό των στρατιωτικών της δυνάμεων και στην καθολική υποχρέωση στράτευσης που είχε καθιερωθεί ήδη από το 1814-1815 και αποτελούσε τη βασική αρχή στρατιωτικής οργάνωσης των Πρώσων. Επιπλέον, η μεγάλη βιομηχανία οπλικών συστημάτων του Krupp στο Essen, στην λεκάνη του Ρουρ, παρήγαγε σύγχρονα πολεμικά όπλα, βασισμένα στα αποτελέσματα της μέχρι τότε βιομηχανικής προόδου. Η αξιοποίηση του σιδηροδρομικού δικτύου τόσο για στρατιωτικούς όσο και για εμπορικούς λόγους μείωσε τις αποστάσεις παρέχοντας τη δυνατότητα για πιο προσεκτικό και βιομηχανικά αναπτυξιακό σχεδιασμό και για την ταχύτατη στρατιωτική ανασυγκρότηση. Εννοείται ότι η επιτυχία αυτή δεν θα μπορούσε να γίνει πράξη χωρίς την σωστή διαχείριση των εξωτερικών υποθέσεων από τον Bismarck, που είχε ως στόχο να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Προς επίτευξη του στόχου αυτού παρέβλεψε σε μεγάλο βαθμό την αποικιακή πολιτική, χωρίς αυτό να σημαίνει η Γερμανία έμεινε άπραγη στην συγκεκριμένο τομέα, ιδιαίτερα μετά τις πιέσεις που δέχτηκε από τους επιχειρηματικούς κύκλους της χώρας.

Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας υπεραναπτυγμένης βιομηχανικής χώρας με πλούσιο εργατικό δυναμικό, τόσο από άποψη τεχνολογικής κατάρτισης όσο και αριθμητικά, με εξελιγμένο και πειθαρχημένο στρατό, με μία αποτελεσματική εξωτερική πολιτική. Ακόμα και μετά την παραίτηση του Bismarck το 1890 και την ανάληψη της από τον ίδιο τον Kaiser Ουλιέλμο Β΄ έγινε ακόμα πιο δυναμική και ανταγωνιστική προς της υπόλοιπες χώρες. Έχοντας ως βάση την Realpolitik του Bismarck, άσκησε Weltpolitik η οποία εκφράστηκε με την πιο δυναμική γερμανική παρουσία στον αποικιοκρατικό ανταγωνισμό, όπου έχοντας έναν ικανοποιημένο και πρόθυμο για επενδύσεις επιχειρηματικό κύκλο, δημιούργησε αποικίες στην Αφρική, και στηρίζοντας την πολιτική του με την δημιουργία ισχυρού γερμανικού πολεμικού στόλου, κάτι που θορύβησε σε μεγάλο βαθμό την Μ. Βρετανία. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να περάσει τη Γερμανία στο παγκόσμιο πάνελ της εποχής και να εδραιώσει την ισχύ της. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, δεν θεωρείται παράλογο το γεγονός ότι η Γερμανία αντιτάχθηκε προς τις υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις και σήκωσε σχεδόν μόνη της όλο το βάρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Ευάγγελος Λώτης
Γεννήθηκε το 1994 στη Θεσσαλονίκη, είναι απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και φοιτητής στο τμήμα των Πολιτικών Επιστημών. Γνωρίζει Αγγλικά και Γερμανικά.