Του Πελοπίδα Κουλούρη,

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, στις 8 Σεπτεμβρίου 2018 άνοιξε τις πύλες της η 83η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης με τη συμμετοχή εκατοντάδων εκθετών, όχι μόνο από την Ελλάδα αλλά και από την Ευρώπη, καθώς επίσης, και εταιρίες από την, τιμώμενη χώρα της φετινής έκθεσης, τις ΗΠΑ με τη συμμετοχή εταιριών, κυρίως από τον κλάδο της τεχνολογίας και της καινοτομίας.

Το άρθρο αυτό, ωστόσο, δε θα επικεντρωθεί τόσο στα τεκταινόμενα εντός του χώρου της έκθεσης αλλά σε όσα συνέβησαν έξω από αυτήν. Φυσικά γίνεται λόγος για τα επεισόδια στους δρόμους της Θεσσαλονίκης (8/9), όπου για ακόμη μία φορά, γίναμε μάρτυρες για το πως η αστυνομία από όργανο τάξης και προστασίας του πολίτη μπορεί να μετατραπεί σε όργανο της εκάστοτε κυβέρνησης, με στόχο τη σίγαση των φωνών διαμαρτυρίας μέσω της χρήσης αναίτιας και υπερβολικής βίας. Τους τελευταίους μήνες το μείζον πολιτικό και εθνικό ζήτημα, που απασχολεί την κοινή γνώμη, είναι αυτό της ονομασίας των Σκοπίων. Οι κάτοικοι, λοιπόν, της Θεσσαλονίκης και γενικότερα της Μακεδονίας βρήκαν ως κατάλληλη στιγμή για να διαμαρτυρηθούν τις ημέρες διεξαγωγής της ΔΕΘ, μιας και θα βρίσκονταν στην πόλη σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος και φυσικά η κυβέρνηση, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τη λύση, που έχει προωθηθεί, καθώς και την αντίθεσή τους στις κυβερνητικές τακτικές επ’ αυτού του ζητήματος.

Οι Παμμακεδονικές Οργανώσεις θέλοντας να διαμαρτυρηθούν για τις τακτικές της κυβέρνησης στο “Μακεδονικό”, διοργάνωσαν συλλαλητήρια στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Παπακώστα, με πρόσχημα ότι η χώρα θα εκτίθενται στο εξωτερικό, υπεραμύνθηκε της χρήσης δακρυγόνων. Οι ηλικιωμένοι και τα μικρά παιδιά, που βρίσκονταν με τους γονείς τους στο κέντρο της Θεσσαλονίκης για να διαμαρτυρηθούν αποτελούσαν κίνδυνο για την διεθνή εικόνα της χώρας, σύμφωνα με την κ. Παπακώστα, η οποία, είναι αδύνατον να μην γνωρίζει τον κίνδυνο για τους παρευρισκόμενους στο συλλαλητήριο και για την εικόνα της χώρας δεν ήταν οι ειρηνικά διατελούντες αλλά μία μειοψηφία, η οποία, ανεξέλεγκτη, κατάφερε να αμαυρώσει αυτή τη συγκέντρωση διαμαρτυρίας. Η υφυπουργός, λοιπόν, υπερασπίστηκε την τακτική της αστυνομίας, καθώς, όπως δήλωσε στα Μέσα “Σταθμίσαμε τη διεθνή εικόνα της χώρας” αλλά εδώ προκύπτουν ορισμένα ερωτήματα. Γιατί χρησιμοποιήθηκαν χημικά εναντίον ευπαθών ηλικιακών ομάδων, όπως είναι τα παιδιά και οι υπερήλικες; Θεωρήθηκαν κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα των υπόλοιπων συμμετεχόντων ή των αστυνομικών, ή μήπως αυτοί αμαύρωσαν την εικόνα της χώρας; Από τη στιγμή, που η αστυνομία βρισκόταν σε αντιπαράθεση με συγκεκριμένα άτομα, γιατί δεν επικεντρώθηκε, εξ αρχής σε αυτά τα άτομα, αντί να παρακάνει χρήση χημικών εναντίον όλων μηδενός εξαιρουμένου;

Ωστόσο, είναι άξιο αναφοράς το περιστατικό με την επίθεση, που δέχθηκε δημοσιογράφος από άνδρες της ΥΑΤ. Πιο συγκεκριμένα, ο δημοσιογράφος Τάσος Ασλανίδης, που προσπαθούσε να καλύψει το ρεπορτάζ των επεισοδίων ήρθε αντιμέτωπος με τους άνδρες της ΥΑΤ περιγράφοντας το περιστατικό στην προσωπική του σελίδα στο facebook.

Είναι αξιοσημείωτο, αυτό, που αναφέρει για τη συμπεριφορά των αστυνομικών. Η παρουσία τους εκεί, θα σκεφτεί καθένας από εμάς είναι να προλάβουν την εκδήλωση κάποιου επεισοδίου ή την αντιμετώπισή του με όσο το δυνατόν ηπιότερο τρόπο και φυσικά να μην προκαλούν οι ίδιοι οι αστυνομικοί, το, ήδη αγανακτισμένο και συναισθηματικά φορτισμένο πλήθος, με εκφράσεις “πεζοδρομίου” και να αποκαλούν τους Θεσσαλονικείς και τους Μακεδόνες γενικότερα, με το όνομα γειτονικής χώρας. Από την ανάρτηση του κ. Ασλανίδη, δύο φράσεις οφείλουμε να συγκρατήσουμε. Η πρώτη αφορά τη συμπεριφορά της κυβέρνησης και των κρατικών μηχανισμών “Δεν με τρομάζουν οι τραμπούκοι”.”Με τρομάζει ο φασισμός της Κυβέρνησης και των οργάνων της” και το ότι, παρά τη συμπεριφορά εκείνων των αστυνομικών δεν γενικεύει αυτό το επεισόδιο, του οποίου ήταν θύμα, και οποιοσδήποτε άλλος θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει εναντίον όλης της αστυνομίας, μιας και είναι της “μόδας” τα τελευταία χρόνια, αλλά δείχνει να έχει την οξυδέρκεια και την ψυχραιμία να καταδικάσει συγκεκριμένα άτομα και, φυσικά, να παραδεχθεί ότι υπάρχουν και αστυνομικοί, οι οποίοι “τιμούν το εθνόσημο”, κάτι με το οποίο πρέπει να συμφωνήσουμε.

Εν κατακλείδι, θα μπορούσε κανείς να πει, ότι η αστυνομία είναι όργανο επιβολής της τάξης και ο ρόλος της δεν είναι να προκαλεί τους διαδηλωτές. Στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με μαρτυρίες διαδηλωτών, οι άνδρες των ΜΑΤ δεν είχαν αμυντική αλλά επιθετική στάση, θέλοντας, προφανώς, να εμποδίσουν τον κόσμο να συγκεντρωθεί στο δρόμο και να διαμαρτυρηθεί. Η αστυνομία, επομένως, δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι όργανο επιβολής των κυβερνητικών θέσεων, διότι αυτές οι πρακτικές, θυμίζουν, δυσάρεστες εποχές, τις οποίες έχει βιώσει και η χώρα μας, όταν η αστυνομία ήταν μέσο άσκησης πολιτικής εκφοβίζοντας τον κόσμο, όταν εκείνος προσπαθούσε να αντιδράσει. Φυσικά, η αστυνομία, εν έτη 2018, δεν είναι μέσο άσκησης πολιτικής, αλλά τέτοιου είδους συμπεριφορές προς τον κόσμο, προκαλώντας τον, παρουσιάζουν την αστυνομία ως όργανο στα χέρια των πολιτικών και όχι ως όργανο, που βασική τού προτεραιότητα είναι η προστασία των πολιτών.

Πελοπίδας-Παναγιώτης Κουλούρης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1996. Το 2014 ξεκίνησε τις σπουδές του, στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστημίου αποφοιτώντας το 2018. Τον Οκτώβριο ξεκίνησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Νεαπόλεως Πάφου στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα "Νεότερη και Σύγχρονη Ευρωπαϊκή και Ελληνική Ιστορία". Στο OffLine Post αρθρογραφεί για τις κατηγορίες Πολιτικού και Ιστορίας.